Στο σώμα του Ταρκόφσκυ

Κλείνω τη πόρτα για να δω
ποιες πόρτες έχεις κλείσει.
Κοφτές χεριές, παχύ μουστάκι
Δε με ξυπνάει ο ήλιος μόνο ένα κοράκι
Είμαι βλέμμα που απλώνει στις ράχες των βουνών.

Νιώθω ένας βλάξ στην εποχή μου
νιώθω μια υπέροχη σιωπή να μου μιλά.

Κρύφτηκες πίσω από χαμόγελο
κλείνεις το τέρας σε οθόνη μαγική
Βλέπω το σώμα μου αλλιώς να αγκομαχάει
Να του περνάνε καλώδια πλαστικά
Βγάζω απ’ τα μάτια μου φωτιές –στα δυο μου χέρια έχω βόμβες φθισικές

Σε λένε Νοσταλγία
Και σε θυμούνται να γυρνάς μια ταινία
μια μονάχα, μοναχός.
Μια για πάντα
Μια και σήμερα, μαζί.

Advertisements

Αδιόρθωτος

Να ολισθαίνω στα περίεργα και ιδιαίτερα παιδιά, που στο κακό με σπρώχνουν
Κάποιο κομμάτι εαυτού μου, νιώθω να έχει ξεκολλήσει.

Τη νεαρή πουτάνα, τη βλέπω να  κοιτά. Τη βλέπω να γελά.
Και είμαι εγώ αυτός, ο ίδιος άνθρωπος που χτες περίμενε μες τη βροχή το αστικό, που άναβε κεράκι στην καλή του, που κούρδιζε κάπως τη βαθιά φωνή του

Γιατί γελάμε όταν μας λένε ψέμματα ;
Θα ξεριζώσω κάθε διάφραγμα και κάθε νευρική μου απόληξη για να συναντηθούμε
Σε  μια ομήγυρη ρακένδυτων πλουσίων
καρτερικές μητέρες τηλεφωνούν στις κόρες που σπουδάζουν.

-Είσαι καλά παιδί μου ;
-Είμαι καλά μαμά.

Σε μια παρέα με υπόκωφες συνωμοσίες ραγιάδων γλιστρά η ποίηση στο μπαρ για να τα πιει.
Θα αγιάσουν τα σώματα μας, σε έναν λυρικό εξτρεμισμό θα βυθιστούν
με μια εικόνα από το μέλλον, λίγα λουλούδια απ’τον κήπο της γιαγιάς.

Δεν έχω τίποτα να δώσω στα παιδιά μου. Αν τα γεννήσω, θα κρυφτώ απ’τη συμφορά
Τελειώνει ο χρόνος.
γυρίστε πίσω αδέρφια.
Χάσαμε.
θα ρθει η επόμενη φορά.

From Her to Eternity

Ήταν κορίτσι άγριο με μια σκληρή ερωτική μανία, να επιθυμεί να ορίζει και να συνθλίβει τον επιπόλαιο δειλό εγωισμό μου.

Κάτω απ’ τον κόσμο αυτό μια ζωή υπόγεια- πληγή που αιμορραγεί για πάντα -Συνεννοημένων συρφετών διαβολικά παζάρια

Και φύλαξε σεμνά πολύ τα δώρα που της έκανα καθώς βασάνιζε σκληρά το λογισμό μου.

Περνοδιαβαίνοντας μια νύχτα, τη λυπημένη Πατησίων

Γέρνει το σώμα της και ακουμπάει στο ευαίσθητο κορμί μου

Μια πυρωμένη ανάσα που αναθαρρεί στα χάδια –μια καυλωμένη υποταγή που αφήνει πάνω μου σημάδια

Κοφτά με αποστόμωσε και μ’ άφησε έρημο στη μάταιη σιωπή για πάντα.

Στην καπνισμένη ηδονή ενός πρωινού που ηρωικά γελάει

Τα αποκόμματα του έρωτα αναμειχθήκανε με αλκοόλ και σκοτεινή οδύνη μεγαλείου

Σε τρεις ζωές θα σε ξανάβρω λες στην άκρη της πλατείας-γελάει υπέροχα η ζωή στην πρώτη της θητεία

Και περιμένει αναίτια το θάνατο στο τέρμα του Θησείου.

Σε έναν καθρέφτη ταιριάζω τρεις εικόνες.

11991259_1162419693852195_893698442_o

Γερμένος συλλογιέμαι το είδωλό μου

Σε έναν καθρέφτη ταιριάζω τρεις εικόνες
μια της Μητέρας που με ζέστανε γλυκά
μια της σιωπής που μ’ έθρεψε σιγαλινά
και μια της Μνήμης που μ’ όπλισε με ιδανικά

Πρώτα η κίνησή μου γίνεται ευθύς χορευτική
και ενώ γκριζάρει αργά η μοναξιά,  μικρά λουλούδια θλίψης ποτίζονται από το αίμα σου καρδιά

Μια πρόκληση που προσμετρά τις τύψεις του καιρού

Ψάχνει να δώσει όνομα στο ζόφο

Γίνεται όμορφη φωνή γλυκιά μελωδική

Που τραγουδά καθώς σου γλύφει την πληγή
Μικρά τραγούδια παρήγορων απολογιών

Παιχνίδια του κεριού σαν χάνει το λόγο που έψαχνε να κρατηθεί αναμμένο

Μήπως κι εσύ  αγγίξεις αλλιώς τα σώματα των όμορφων ανθρώπων και κερδηθεί το μυστικό

Στα χέρια που αναβλύζουν οσμή και Αγάπης λόγο, χρειάζεται ένας  Έρωτας να πνίξει το όνειρο στην κούνια, πριν γίνει εφιάλτης και χρίσει με στεφάνι το αθώο μας κορμί

Ταιριάζω τρεις εικόνες και σ’ ένα καθρέφτη ακούω τη μουσική μου.


φωτό : Μάγδα Σατραζάνη

Έγραψες αυτό το γράμμα για να πιστέψεις ξανά στην ομορφιά της.

Έγραψες αυτό το γράμμα για να πιστέψεις ξανά στην ομορφιά της.
Για να φέξεις λιγάκι μέσα σε εκείνο το σκοτάδι της ασάφειας.
Για να κρατήσεις το σφυγμό της στο χέρι σου, να ακουμπήσεις το ‘’Σε θέλω’’ πάνω στο τραπέζι.
Δεν τους χρειάζεσαι άλλους κωδικούς, δεν τις θες άλλες συμβάσεις για πιο μέτρια ζωή.

Μούσκεψες τα μάτια σου  στο αίμα της καρδιάς της.
Κι αυτό, μακάβριο αλλά ίσως και βαθύ
καθώς η ανείπωτη χαρά μες την ανείδωτη στιγμή
κραδαίνει το πάθος για να σκοτώσει την ορμή.
Και πίστεψες πως όλα θα χαθούν, σε βέβηλες πόλεις με άγριες σημάνσεις ‘’πάτε πιο σιγά –‘’πάτε πιο αργά’’
Στις βόλτες σας, απόγευμα Παρασκευή, καθώς το φως και η σιωπή κάναν το κράμα ακόμη πιο σκληρό και αδίστακτο μαζί.
Μαζί της κάθε λέξη ήταν υπόσχεση κι ανάμνηση μαζί.

Ριγμένα τα μαλλιά στους ώμους κι ένας γλυκός Σεπτέμβρης κατεβάζει τα δειλινά σε απόσταση αναπνοής από το Είναι μου.

Έγραψες αυτό το γράμμα για να πιστέψεις πιο πολύ στην ομορφιά της
Τώρα πια μέσα σου παίζουν δυο πόλοι ύποπτοι, θολοί.
Αυτός του νοιάζομαι, φτιάχνω επιδιώκω
κι εκείνος του ψάχνομαι κλαίω καταδιώκω.
Σε επιστρατεύω πόνε μου, γιατί κάνεις βασίλισσα τη μοναξιά μου.
Και τ’ ακριβοθώρητο εκείνο πλάσμα, με τα μάτια της διακριτικής αβύσσου
Η μάγισσα αυτή που κατατρώει τη ψυχή μου
πουλάει πολύ ακριβά όσα αγόρασε με την ζωή μου.

Πέτρος Σατραζάνης

Η αναίτια οργή και η στιγμή.

Υπάρχει πάντοτε το ερώτημα. Ή θα έπρεπε να υπάρχει. Για ποιον γράφω; Όταν βάζω το χαρτί μπροστά, όταν με προσκαλεί κάτι τόσο μεθυστικό που έρχεται από μέσα μου, σκέφτομαι που απευθύνω αυτά που γράφω. Σε μένα, σε σένα σε αυτούς, σε εκείνους;

Ζούμε με την επιθυμία. Πολλές φορές βέβαια μας ζει η επιθυμία. Και όλα αυτά μαζί σε μια άλλη ζωή-την πραγματική ίσως;  Ξεδιαλέγουμε από τη μνήμη ότι χρειάζεται κάθε φορά.
Όταν γράφω δεν σκέφτομαι πολλά. Απλώς σιγουρεύομαι, πως η στιγμή αυτή είναι αληθινή…κάτι μάταιο καθώς ο γλυκός πόνος αυτού που γεννιέται διαδέχεται τη ματαιοδοξία αυτού που ετοιμάζεται να πάρει επάνω του βλέμματα, ανθρώπους, έρωτες και αγάπες.
Ποιος να με ακούει και τι να σκέφτεται ; Αυτό σκέφτομαι. Ένα παιδί σε μια λιόλουστη αυλή να γυρνά σελίδες ενός βιβλίου, μαγεμένο από την ποίηση. Σίγουρο πως τα έζησε όλα-αφού τα αισθάνθηκε.
Ένα αγόρι πίσω από ένα μεγάλο τζάμι μιας τσιμεντένιας πολυκατοικίας, κρύβεται ή κρύβει τους καημούς του;
Ένα κορίτσι, που απλώνει τα μαλλιά του και ξαπλώνει σε ένα κατάλευκο σεντόνι.

Όταν κάποιο βράδυ με γυροφέρνει η επιθυμία να δώ καθαρά αυτά για τα οποία θέλω να ζήσω,  απελευθερώνονται αίφνης όλες οι υποκριτικές μάσκες. Βλέπω πολύ ξεκάθαρα ποιος και τι διαθέτει, ποιος και τι ζητά. Βλέπω πολύ βαθιά σε ένα χάος που με γοητεύει και με απειλεί. Στην άκρη του στέκεται μια λευκοντυμένη μορφή που είναι τόσο αιθέρια που θαρρείς πως ο αέρας θα την σπρώξει στον γκρεμό.
Υπάρχει μια στιγμή, μια γεμάτη ενέργεια στιγμή. Πολλές φορές την ονειρεύομαι. Άλλες φορές την περιέχω και τη σκάβω.
Και ξαφνικά θυμάμαι την κοπέλα, και το αγόρι. Στα δωμάτιά τους. Ανύποπτα και ήσυχα, αλλά ταυτόχρονα υποψιασμένα και ανήσυχα.

Αναζητώ εκείνη τη νοητή γραμμή, που ενώνει κάθε μου πληγή
με κάθε επίχρυσο πανάκριβό σου στέμμα.
Σκίζω το χρόνο με τέτοια αναίτια οργή
που η αιτία της κρύβεται μες το δικό σου σώμα.

Πέτρος Σατραζάνης

Μια γιορτή.

Ζητώ από τον ψύχραιμο εαυτό μου να διαλέξει μια ψύχραιμη λύση.
Και τότε μια παγανιστική διάθεση κυνικού κανιβαλισμού με διαπερνά.
Κακόβουλα λογισμικά κυριεύουν τις αισθήσεις μου. Και ο Έρωτας;
Που να βρίσκεται ο Έρωτας; Που να με ταξιδεύει πάλι αυτή η περιέργεια, αυτή η αλλόκοτη μαντική και η διαλεκτική αλληγορία που διάλεξα για σύντροφο της ψυχής μου;

Είμαστε μόνοι στον κόσμο Μάνα. Είμαστε μόνοι εδώ Πατέρα. Κι όμως είμαστε όλοι μαζί. Κάθε φορά και κάθε στιγμή.
Για να με καλέσετε πείτε μια φορά τ’όνομά μου κρατώντας τα μάτια σας ορθάνοιχτα.
Θα ξεχυθούν τα φώτα μου, σαν φορτηγού αυτοκίνητου στην Εθνική που τρέχει δίχως να σταματά πουθενά και θα περάσω πάνω από μυστικά τοπία θλίψης και ερημιάς σαν πεινασμένο γεράκι με μια ελαφριά ευγένεια και αποστροφή. Θα υποδεχτώ πάλι το νέο έτος χαρούμενος και ευθυτενής. Θα αγοράσω με τα δικά μου λεφτά όλα εκείνα που ζήτησα από εσάς.
Μέσα στα δαιδαλώδη οπτικά πεδία που διερωτάσαι ”τι ναι αυτό που το λένε αγάπη”, στα μελαγχολικά νυχτερινά ραντεβού των φρεσκοχωρισμένων  και στην ασάφεια των συναισθημάτων που πλαγιάζουν κάπου δίπλα, κάπου έξω από το σπίτι σου ψάχνεις να βρεις ένα ζευγάρι μάτια. Να σε κοιτάξουν, να σε ρουφήξουν, να σε κρατήσουν. Κι είναι μια γιορτή κι αυτή που χαίρεσαι με τα παιδιά που δεν έχεις και γελάς με τα χάλια που έχεις.

Θα σε ξαπλώσω στο χορτάρι και θα σε ρωτήσω κάτι για τελευταία φορά.
Δεν θα δεχτώ υπεκφυγές, ούτε θα υποκύψω στον εκβιασμό σου.
Αν χρειαστεί θα σε δέσω. Ώστε να με κοιτάξεις, να με ρουφήξεις, να με κρατήσεις. Κι είναι μια γιορτή κι αυτή που θα κλαίς μπρος το όμορφο άπειρο κάθε αβέβαιου και προσχηματικού ”εδώ και τώρα”  σου θυμίζει που πας.

Τώρα δεν είσαι εδώ, κι όμως στο αύριο ελπίζω. Δεν μπορώ διαφορετικά. Θωπεύω τρεις νωχελικές συγχορδίες στο πιάνο μήπως και κάτι τονίσει μέσα μου κάποια μικρή στιγμή μου διαφεύγει, μήπως και γίνω λίγο πιο συγκεκριμένος μαζί μου στο τι θέλω, και στο που έπρεπε να ήμουν. Και σηκώνω τα χέρια μου στο φως, καθώς το νιώθω, άκτιστο να με κυκλώνει φιλώντας το υγρό μου μέτωπο, και κλειδώνοντας την πόρτα μην μπούνε οι κακοί.

Πέτρος Σατραζάνης

Ο άγγελος που έκρυψε μέσα του την Άνοιξη (Μια μικρή παραβολή)

Έρχεται κάποιος από μακριά. Το πρόσωπό του σκαμμένο και η φθορά στο σώμα του, εμφανής. Κοιτάζοντας τον πιο προσεκτικά παρατηρείς πως μοιάζει με άγγελο, καθώς από τα μάτια του ξεπηδούν ακόμη φλόγες, που δε θέλουν να υποταχθούν στην εξουσία της φυσικής φθοράς και της βιολογικής σήψης.
Το βλέμμα του λαχταρά και εξαπολύει σπίθες.
Ανήμπορος να σηκώσει το σώμα του, σηκώνει τη σκέψη του άλλη μια φορά πιο ορθά και πιο δυνατά, τόσο περήφανα και απίθανα που η νιότη γονατίζει από ανημποριά να υποστεί το δέος.

Ακούει μια ιστορία, από κάποιους που γράψανε για τη ζωή του.
Ξαναμετρά με ένα μειδίαμα το χρόνο και το αίμα. Όσο ακούει να μιλούν για αυτόν η σκέψη του, φτιάχνει τα πρόσωπα αντρών και γυναικών που οι μέρες τα χρόνια και ο αιώνας έφεραν και πήραν από δίπλα του.
Του αρέσει να μιλά με τους νεκρούς. Η Ιστορία τον φόρτωσε με το βάρος να υφίσταται ζωντανός, μεταφέροντας τα μηνύματα αυτών που έφυγαν.
Αν αυτοί που έφυγαν, πήραν μαζί τους την τελευταία σκέψη τους πριν τελειώσουν το χρόνο τους εδώ πάνω, αυτός προσπαθεί χρόνια να ακούσει το μυστικό αυτό. Τόσο δύσκολο είναι όμως, και έτσι το μήνυμα το πλάθει σε μία διαφορετική γλώσσα. Με ήχους και πλέγματα αρμονίας γεμάτη θάλασσα. Έτσι λυτρώνεται. Έτσι ικανοποιεί την έξαψή του να μάθει το μυστικό. Όλη του τη ζωή έσκαβε για την πηγή με το μυστικό. Αναζητούσε τη Ζωή μες το Θάνατο. Κανείς δεν τον κατάλαβε. Κανείς δεν τον ακούμπησε. Κανείς δεν κατάφερε αληθινά να τον πλησιάσει. Πληγώθηκε τόσο από την Άνοιξη, τότε που ήταν νέος που της φόρεσε ένα ωραίο λευκό φόρεμα νεράιδας και την έκρυψε βαθιά μέσα του. Πάντοτε νέα και πάντοτε μέσα του.
Έτσι η Ιστορία γράφτηκε, πέρασε, αλλάχτηκε, προδόθηκε. Και η αιώνια άνοιξη μονάχα μέσα του καθώς παρατηρούσε τους ανθρώπους κυριευμένους στο θλιβερό χειμώνα, να γυρνούν με όπλα και κραυγές. Πόναγε πιο πολύ γιατί άκουγε ακόμη τις ιαχές της μάχης που έδωσε νέος.
Ονειρεύεται συχνά. Ακόμη και όταν μιλούν για αυτόν, ονειρεύεται. Είναι το μόνο που περιέχει όλη την Αλήθεια που του χρειάζεται, και που έχει ανάγκη. Ονειρεύεται εκείνη τη στιγμή. Όπου ένα δειλινό πηγαίνει στο ποτάμι και η νεράιδα εμφανίζεται μπροστά του ολόλαμπρη. Έπειτα τη ρωτά γιατί εξαφανίστηκε ξαφνικά από τη ζωή του. Και εκείνη του απαντά πως έτσι μόνο θα τον έκανε να την αναζητήσει. Έτσι ο όμορφος άγγελος λυτρώνεται. Ανοίγει τα χέρια του και κλαίει επιτέλους στην αγκαλιά της. Τώρα πια δεν είναι μόνος. Τώρα πια ξέρει ποιος του μίλαγε τόσα χρόνια με χρησμούς. Τώρα πια δεν είναι μόνος. Έστω κι αν συνήθισε λιγάκι τόσο βαθιά στην μοναξιά.

Πέτρος Σατραζάνης

Μια μέρα σαν κι αυτή.

΄Ενας γιγάντιος δράκος ισορροπεί ανάμεσα στη ζωή και την καρδιά μου. Ενα λεπτό τεντωμένο σκοινι τον κρατάει.
Μεγάλες λεωφόροι και χείμαρροι χρυσοί
Κορίτσια με φούστες, κορδόνια και φτερά.
Αγάπες χαμένες σε φωτεινά διαμερίσματα.
Κοράκια πετούν πάνω απo κάθε πριν, κάθε μετά .
Τα διώχνεις εσύ, τα φωνάζω εγώ. Τα φωνάζω εγώ τα διώχνεις εσύ.
Μυθικές στρατιές ερωτευμένων και τυχαίων συναγωνιστών.
Δεν ξέρεις να ηττάσαι , δεν ξέρεις να νικάς
Μια μέρα σαν κι αυτή ο δρόμος είναι ένα πέλαγος
που οι άνθρωποι εξιλεώνονται και κοινωνούν αναβαπτισμένοι.
Στο Μεσσία που χρωστούμε παρακάλια, και στα παιδιά που οι γονείς τους πρόσχημα τους δίνουν βιαστικό.
Νωρίς η ψυχή μου έπεσε για ύπνο απόψε.
Φέτος θα ξανοιχτούμε σε πελάγη, μην ανησυχείς.
Θα δοκιμάσουμε κάθε αδοκίμαστο καρπό και θα μας γνέψουν χέρια υγρά – άλλης καρδιάς συναίσθημα νωπό…
Μές τα κλειστά μου χέρια είδα να κλαίει το Χριστό.
Τρεις γυναίκες κλάψαν μαζί μου όταν γεννιόμουν.
Τρεις μαύρες μοίρες μ’ ακολουθούν, τάζοντας τα φωτεινά για μένα.
Έμελλε να γίνουμε ποίημα τότε ακόμη που εσύ έγραφες για μας και γω αμέριμνος χάζευα έξω απ’τα παράθυρα.
Για κάθε μέλλον μας, αβέβαιο ή μη
κάθε παιδί που κλαίει μες τη σιωπή
ένα αστέρι του γιατρεύει ετούτη την αιώνια πληγή.
Και αντί για ευχαριστώ
Δέηση κάνει στο άπειρο και υπέρλαμπρο Εαυτό
Που μάτια σαν τα μάτια σου έχει, και ανασταίνει
Κάθε αιτία, κάθε ουσία που θέλησα μέσα σου να βρω.

Πέτρος Σατραζάνης

Ζεύγη ανθρώπων

Άκουσα και πάλι εκείνο το τραγούδι που σου αφιέρωσα. Θέλοντας να αποβάλλω από μέσα μου τη δυστυχία, προσπαθώντας να κατευνάσω κάθε άγρια συνειδητοποίηση για τη ζωή. Γιατί να περπατώ χωρίς εσένα δίπλα μου; Μόνο ένα μικρό καράβι που διασχίζει τη θάλασσα απέναντι μπορεί να καταλάβει το μοναξιά μου. Βαδίζει σταθερά, και αποφασιστικά προς τον ορίζοντα. Και πολλές φορές,  στ’αλήθεια πιστεύω πως με κοιτά.
Τι έχω να λυτρώσω..τι πρόλαβα να ζήσω για να το λησμονήσω. Πώς θα ήταν ο κόσμος εάν μένανε μονάχα οι ερωτευμένοι επάνω στη γη;

Θα γεμίζαμε με ζεύγη ανθρώπων. Που εκείνη τη στιγμή δε χρειάζονται τίποτα άλλο εκτός από αυτό που τους κρατά ερωτευμένους, ενωμένους και αποσβολωμένους, έτοιμους να ξεσπάσουν, να γίνουν ενεργά ηφαίστεια και να πλημμυρίσουν τα πάντα με τη λάβα τους. Έτοιμους αλλά και εντελώς ανέτοιμος και ίσως απρόθυμους να εξηγήσουν πόσο αληθινό είναι αυτό που νιώθουν. Αδιάφοροι για το ποια ορμόνη εκκρίνεται, ή ποια χημική διεργασία πραγματοποιείται γίνονται σιωπηλοί ακόλουθοι μιας απροσδιόριστης δύναμης που έλκει προς ένα ποιητικό λυκόφως.

Περίεργο πράγμα η αναμονή. Ακατανόητο. Δύσκολο.

Και γίνεται ακόμη πιο περίεργο, όταν με πλήρη συνείδηση καταστρέφεσαι.

Πέτρος Σατραζάνης